ἀναπνευστικός

ἀναπνευστικός
of
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αναπνευστικός — ή, ό (Α ἀναπνευστικός, ή, όν) ο σχετικός με την αναπνοή ή ο κατάλληλος γι αυτήν …   Dictionary of Greek

  • αναπνευστικός — [*][анапнэфстикосεκ. дыхательный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναπνευστικός — ή, ό αυτός που αναφέρεται στην αναπνοή ή είναι χρήσιμος σ αυτή: Η καλή κατάσταση του αναπνευστικού συστήματος είναι βασική προϋπόθεση για την υγεία του οργανισμού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναπνευστικά — ἀναπνευστικός of neut nom/voc/acc pl ἀναπνευστικά̱ , ἀναπνευστικός of fem nom/voc/acc dual ἀναπνευστικά̱ , ἀναπνευστικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπνευστικῶν — ἀναπνευστικός of fem gen pl ἀναπνευστικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπνευστικόν — ἀναπνευστικός of masc acc sg ἀναπνευστικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπνευστικαῖς — ἀναπνευστικός of fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπνευστικοῖς — ἀναπνευστικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπνευστικοί — ἀναπνευστικός of masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπνευστικοῦ — ἀναπνευστικός of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.